δουριικλυτός
δουριικλυτός, οὔ, ὁ. ἰ6 préc. [δόρυ, κλυτός]. Boupr-kuñs, υ. Ἐδοριχμής. ὄρη. c. δορίχτητος.. 1071. c. δορίληπτος.
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 239 du fac-similé
δουριικλυτός, οὔ, ὁ. ἰ6 préc. [δόρυ, κλυτός]. Boupr-kuñs, υ. Ἐδοριχμής. ὄρη. c. δορίχτητος.. 1071. c. δορίληπτος.
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 239 du fac-similé