πνεῖ
πνεῖ ὀὄργυιά]. οὐ τεσσαρακοντούτης, ov. (ὁ, à) de quarante ans [t. ἔτος]. : -πεσσαρακοστός, αἰ. τετταρακοστός, ἡ, ὀν, εὐ αἱ τεσσαραχοσταί, ΤΗσ. lité. les . quarantièmes, monnaie de Chios [τεσσα- ᾿ράχοντα]. τέσσαρες, αἰΐ. τέτταρες, ες, α, σέπ. ἄρων, dat. αρσι, acc. αρας, ας, α, quatre [p. ᾿ Ἐπέταρες, lat. quatuor, sscr. ᾿ς πεσσαρεσικαίδεκα (οἱ, αἵ, τὰ) ἡπαόῤοὶ. qua- ᾿ἴοΥΖθ. - ᾿ τεσσαρεσκαιδεκοιέτης, ou (ὁ, à). âgé de quatorze ans [τ. ἔτοςὶ: τ πεσσαρεσκαιδέκατος, ἡ,. ον, quatorzième ᾿ς [{τεσσαρεσχαίδεκα]. ᾿ς πεσσαρεσκαιδεκιέτης, ou (ὁ) c. τεσσαρεσχαι- τος τδεχαέτης. 'πεσσεράκοντα, ἴογ.. C. τεσσαράκοντα. ᾿, υ. τεσσαραχοντόργυιος. | πέσσερες, τεσσερεσκαι- . δέκατος, v. τέσσαρες, τεσσαρεσχάίδεκα, τεσσα- τέταγμαι, pf. pass. de τάσσω. -tetayuévos, adv. en ordre, régulièrement [τέταγμαι]. ᾿ - πεταγών, 6vros, part. αο. ἃ épq. d'un th. - prendre, saisir [σῇ. lat. tango, tetigi, Ὁ τ . πέτακα, pf. de τείνω. -πέταλμαι, pf. pass. de τέλλω. “τα -πέταμαι, pf. pass. de τείνω. “œétavos, ou (6) tension ou rigidité d'un - membre [τείνω]. τέταντο, 3 pl. ὄρῃ. épq..pl..q. ᾳ. pf. Ῥα88. de τείνω. - τεταραγμένως, adv. en désordre [ταράσσω]. οὖ πεταρπόμην, α0. 2 Moy. ὄρη. de τέρπω. Le avoir la fièvre quarte [τεταρ- τοπαῖος]. . ᾿πεταρταῖος, α, ον, qui se produit le qua- trième jour [πἐταρτος. - σετξαρτηνμόριος, ος, ον, qui vaut. pèse ou D représente un quart; subst. τὸ τεταρτη- μόριον représente 4 le quart || 2 particul. le quart .- d'une obole; à Rome, ἰ6 quadrans [rétaproc, τς μόριον]. L': πέταρτος, ἡ, ov, quatrième; subst. : À τὸ πέταρτον (s. e. μέρος) le quart; adv. τὸ τέ-: τ πάρτον, pour la quatrième fois || 2 ἣ τετάρτη τ (s. 2. μερίς ou μοῖρα) Hpr. quart ou quarte, . mesure pour les liquides (s. 6. ἡμέρα) ΧΕΝ. Je quatrième jour [τέσσαρες, cf. ἰαΐ. quartus]. - πετάσθην (3 duel épq.), τέτατο (3 sg. épa.) pl. ᾳ. pf. pass. de πείνω. . ᾿ τ (pf.), τετάφαται (3 ῥί. pf. pass. - ton.) de θάπτω.
Étymologie donnée par l'Abrégé : [τ. ὀργυιά]
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 876 du fac-similé