ἀισυκοφάντητος
ἀισυκοφάντητος, ος, ον, non ᾿ἀδἠδ ᾿ calomnié, d'où irréprochable [ἀ, σύχοφῶ ἐὼῃ
Étymologie donnée par l'Abrégé : [ἀ: ᾿συζοφαν ξὼ. ἀσυκοφαντήτως, σαν. 58η5 ΟΠ Ϊ6ΔΠ6. ᾿-" ἀσυλαῖος, α, ον, σαὶ ΘΟΠΟΘΙΙΘ ὍΠ᾿ 616. βσο ἀσύλια, ας (ἢ) ἰηγ]
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 137 du fac-similé