Grec ancien

δρομοικῆρνξ

δρομοικῆρνξ, υκος Ὃ courrier [δρόμος, κῆ--

Étymologie donnée par l'Abrégé : [|| 2 1υἱίθ ἃ 18 οΘουγδθ. 8οϊέ ἃ ρῖθα, βοϊέ θη σὐαν; 0. δρόμον θεῖν, Ηρτ. ἀἰϑρυΐοῦ 16 ὈΥΙΧ ἀθ 16 σουγβθ, αοὼ 6η. φόν. Ἰα ον (ρου 446 0}}.} 1} ΠῚ Θιωρ!δοθιηθηΐ Ροὺγ οου- ΕΓ; ραρέοι. Θιορ]

Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 241 du fac-similé