ἐκαστοχόθεν
ἐκαστοχόθεν, adv. ἀθ ἰουΐ côté [ἕκαστος͵ -ὔεν |.
Étymologie donnée par l'Abrégé : [π|. ΒΟΙΒ ἀ6 18 ρογίόθ 4685 ὑγαϊίβ; ἐκ πατρίδος, Ον. Ἰοϊη ἀθ 88 ραίγιθ; ἐξ ὁδοῦ. ΒΟΡΗ. ΠΟΙ ἀθ ἰἃ τοῦίθ || Β ((ἀέθ (6 ἐθηυρδ) 1 ἀθρυ!ϑ : ἐχ πλείονος χρόνου, ΤῊΟ. ἀθρυ!βδ υὑη Ρ]
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 275 du fac-similé