ἐξητασμένως
ἐξητασμένως, adv. avec soin, exactement ἐξετάζω]. :
Étymologie donnée par l'Abrégé : [. ἐξήσω, δίο. υ. ἵημὴ 1 ἐν". 141556: 816 ΒΟΥΒ ἀθ. ἀοὰ : 1 ΥΘΏΥΟΥΘΙ : τινὰ ἐς ᾿Αχαιούς, τ.. 44 ΟΠ6Ζ 1605 ατθοβ; ἐπὶ τοὺς Πέρσας, Ηρτ. 662 105 ῬΘΓΒ6Β || 2 ᾿ΔΏΘΘΥ, αοο. 1]
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 323 du fac-similé