ἐσοπτός
ἐσοπτός, ἐσοπτρίζω, ἐσοπτρικός, ἐσ- οπτρισμός, ἐσοπτροειδής, ἔσοπτρον, v. εἰσοπτός͵ εἰσοπτρίζω, etc. εἶσ--
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 377 du fac-similé
ἐσοπτός, ἐσοπτρίζω, ἐσοπτρικός, ἐσ- οπτρισμός, ἐσοπτροειδής, ἔσοπτρον, v. εἰσοπτός͵ εἰσοπτρίζω, etc. εἶσ--
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 377 du fac-similé