θυγάτηρ
θυγάτηρ, voc. θύγατερ, gén. θυγατρός, dat. θυγατρί, acc. θυγατέρα; pl. θυγατέρες, gén. θυγατέρων, αἰαί. θυγατράσι (ἐρῃ. θυγατέρεσσιν), acc. θυγατέρας (όρᾳ. θύγατρας) (ἢ) fille [οῇ. all. Tochter, angl. daughter].
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 436 du fac-similé