ὁποιοσιτισοοῦν
ὁποιοσιτισοοῦν, τισοῦν, τιοῦν, gén. δὁποιου- τινοσοῦν, acc. fém. δποιαντινοῦν, c. ὁποιοσ- δή [ὁποῖος, τις, οὖν].
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 633 du fac-similé
ὁποιοσιτισοοῦν, τισοῦν, τιοῦν, gén. δὁποιου- τινοσοῦν, acc. fém. δποιαντινοῦν, c. ὁποιοσ- δή [ὁποῖος, τις, οὖν].
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 633 du fac-similé