παριαμαρτάνω
παριαμαρτάνω ([. αο0. 2 -ἡμαρ- τον, efc.) manquer le but. émousser peu ἃ peu.
Étymologie donnée par l'Abrégé : [{ 8 ΙΏΘΘΌΡΘΡ α᾽ ΔΌΓδ5. ΡΥΓΟΡΟΓ ΙΟΠΏΘΙ {| 4 ΤΛΘΒΌΓΟΥ οὐν σοηρίθν θη ουΐρο || ὅ τηϑϑῦγοι" ἴγαυαι- Ἰθιβθιηθηΐ. . παρα μηρίδιος, α, ον, ΄αυὶ 856. ἔγοῦνθ 16. Ιοηρ' 46 18 συΐϊθθθ : τὰ παραμηρίδια, Χέν. ου]
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 669 du fac-similé