πλησιαίτατα
πλησιαίτατα, πλησιαίτατος, πλησιαίτε- ρος, πλησιαιτέρω, υ. πλησίος.
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 721 du fac-similé
πλησιαίτατα, πλησιαίτατος, πλησιαίτε- ρος, πλησιαιτέρω, υ. πλησίος.
Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 721 du fac-similé