Grec ancien

Ποτίδαια

Ποτίδαια, Ποτιδαιάτης, Ποτιδαιατικός, v. Ποτείδαια, Ποτειδεάτης, Ποτειδεατιχός.

Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français (Hachette, 1919), page 738 du fac-similé